
Χωρίς αυτήν, δεν είναι χωριάτικη. Η πιο αναγνωρίσιμη ελληνική ελιά, με τη χαρακτηριστική μυτερή της μορφή και το βαθύ μοβ-μαύρο χρώμα.
Συμπαγής και τραγανή, με διακριτική φρουτώδη γεύση που είναι ταυτόχρονα αλμυρή, ελαφρώς πικρή και ξυδάτη. Είναι πιο έντονη από τις πράσινες Χαλκιδικής και γι’ αυτό στέκεται καλά δίπλα σε δυνατές γεύσεις.
Παρασκευάζονται με τον φυσικό τρόπο επεξεργασίας, όπως ορίζεται από την παραγωγική διαδικασία — χωρίς επιτάχυνση με χημικά μέσα.
Η φυσική τους θέση είναι η χωριάτικη σαλάτα, δίπλα στη φέτα και το ελαιόλαδο. Επίσης ως ορεκτικό, σε ζυμάρι για ελιόπιτα, ή σε ταψί με κοτόπουλο και λεμόνι.
Τις δίνουμε ολόκληρες και όχι εκπυρηνωμένες. Η ελιά που κρατάει το κουκούτσι της χάνει λιγότερα υγρά, μένει πιο σφιχτή και κρατάει καλύτερα το άρωμά της μέσα στο βάζο. Είναι και ο λόγος που στη χωριάτικη προτιμώνται πάντα οι ολόκληρες.
Στο ψυγείο, μέσα στην άλμη τους, διατηρούνται άνετα για μήνες μετά το άνοιγμα. Ο κανόνας είναι ένας: οι ελιές πρέπει να μένουν σκεπασμένες από το υγρό τους. Ό,τι εξέχει από την άλμη μαλακώνει και χαλάει πρώτο. Αν χρειαστεί, συμπληρώστε με λίγο νερό και μια πρέζα αλάτι.
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για ανώνυμα στατιστικά επισκεψιμότητας.